Ο Mick Jagger βρέθηκε στο κέντρο μιας από τις πιο χαρακτηριστικές συγκρούσεις ανάμεσα στο βρετανικό κατεστημένο και τη νεανική κουλτούρα της δεκαετίας του ’60, όταν η υπόθεση του Redlands μετατράπηκε από αστυνομικό συμβάν σε εθνικό θέμα. Η ιστορία του Mick Jagger, του Keith Richards και των Rolling Stones δεν σημάδεψε μόνο τη σχέση της μουσικής με τη δικαιοσύνη, αλλά ανέδειξε και μια απρόσμενη δημόσια στήριξη από την εφημερίδα The Times, που έμελλε να αλλάξει την πορεία της υπόθεσης.
Ελάχιστες στιγμές στην ιστορία της βρετανικής pop κουλτούρας έχουν αποκτήσει τόσο έντονο συμβολισμό όσο η υπόθεση του Redlands. Δεν ήταν απλώς μια αστυνομική έφοδος σε ένα πάρτι με διάσημους καλεσμένους, ούτε μια ακόμη ιστορία γύρω από ναρκωτικά, excess και rock’n’roll. Ήταν μια στιγμή όπου συγκρούστηκαν ανοιχτά δύο κόσμοι: από τη μία η παλιά, αυστηρή, θεσμική Βρετανία και από την άλλη η νέα γενιά που άλλαζε τη μουσική, την εικόνα, τη γλώσσα και τον τρόπο ζωής.
Αυτό που έκανε την υπόθεση ακόμη πιο απρόβλεπτη ήταν πως ένας άνθρωπος που συμβόλιζε το ίδιο το κατεστημένο, ο αρχισυντάκτης της The Times William Rees-Mogg, στάθηκε δημόσια υπέρ του Mick Jagger. Η εικόνα από μόνη της είχε κάτι σχεδόν παράδοξο. Από τη μία ο κομψός, αυστηρός και απόλυτα θεσμικός επικεφαλής μιας ιστορικής εφημερίδας και από την άλλη ο frontman των Rolling Stones, που τότε προσωποποιούσε ό,τι πιο ενοχλητικό, ελεύθερο και προκλητικό υπήρχε για μεγάλο μέρος της συντηρητικής Βρετανίας.
Η περίφημη φράση «Ποιος συνθλίβει μια πεταλούδα με έναν τροχό;» δεν έμεινε απλώς ως ένας εντυπωσιακός τίτλος. Έγινε σύμβολο μιας εποχής. Με αυτόν τον τρόπο ο Rees-Mogg κατέκρινε την ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί στον Mick Jagger το καλοκαίρι του 1967 για μια υπόθεση σχετική με ναρκωτικά, κρίνοντας ότι η τιμωρία ήταν δυσανάλογη σε σχέση με το αδίκημα. Δεν υπερασπιζόταν απαραίτητα την παρανομία. Υπερασπιζόταν την αρχή ότι ο νόμος οφείλει να εφαρμόζεται με ισονομία και χωρίς διάθεση παραδειγματισμού μόνο και μόνο επειδή ο κατηγορούμενος είναι διάσημος.
Διαβάστε Επίσης: Ronnie Wood: Γιορτάζει 50 χρόνια με τους Rolling Stones ζωγραφίζοντας τους Mick Jagger, Keith Richards και Charlie Watts
Η ιστορία είχε αρχίσει λίγους μήνες νωρίτερα, στις 12 Φεβρουαρίου 1967, στο Redlands, την εξοχική κατοικία του Keith Richards στο Sussex. Το σπίτι, που αργότερα απέκτησε σχεδόν μυθικές διαστάσεις στη δημόσια φαντασία, δεν ήταν κάποιο φανταχτερό παλάτι όπως έγραψαν ορισμένα δημοσιεύματα, αλλά μια παλιά, μεγάλη αγγλική κατοικία με έντονο χαρακτήρα και ατμόσφαιρα που ταίριαζε απόλυτα στην αισθητική της εποχής.
Το πάρτι που γινόταν εκεί συγκέντρωνε μια παρέα που συμπύκνωνε όλο το στυλ και τη λάμψη των swinging sixties. Ανάμεσα στους καλεσμένους βρίσκονταν ο George Harrison με την Pattie Boyd, ο έμπορος τέχνης Robert Fraser, γνωστός και ως Groovy Bob, η Marianne Faithfull και φυσικά οι οικοδεσπότες του μουσικού εκείνου κύκλου. Ήταν ένα σκηνικό που αρκούσε από μόνο του για να προκαλέσει εμμονή στα ταμπλόιντ.
Η έφοδος της αστυνομίας στο Redlands δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ σαν μια απλή αστυνομική επιχείρηση. Σχεδόν αμέσως μετατράπηκε σε δημόσιο θέαμα. Οι τίτλοι των εφημερίδων, οι υπερβολές, οι υπαινιγμοί και οι κατασκευασμένες λεπτομέρειες δημιούργησαν μια ιστορία πολύ μεγαλύτερη από τα πραγματικά περιστατικά. Η πιο διαβόητη λεπτομέρεια ήταν η ιστορία με τη σοκολάτα Mars και τη Marianne Faithfull, ένας μύθος που τα ταμπλόιντ γιγάντωσαν τόσο ώστε τελικά έμεινε ζωντανός πολύ περισσότερο από τα ίδια τα γεγονότα. Στην πράξη, υπήρχαν σοκολάτες στο σπίτι επειδή οι καλεσμένοι ήθελαν ζάχαρη μετά από χρήση LSD, όμως η υπόλοιπη αφήγηση υπήρξε σε μεγάλο βαθμό προϊόν φαντασίας και χυδαίας υπερβολής.
Ο Mick Jagger εκείνη τη μέρα, σύμφωνα με τις μεταγενέστερες αφηγήσεις, δοκίμασε LSD για πρώτη φορά. Η εμπειρία είχε αρχίσει στην παραλία κοντά στο Redlands, με τον Keith Richards και τους υπόλοιπους να κινούνται σε μια πραγματικότητα πολύ διαφορετική από εκείνη που αντιλαμβάνονταν οι αστυνομικοί που έφτασαν αργότερα στο σπίτι. Ο Richards θυμόταν ότι όταν επέστρεψε και είδε τους αστυνομικούς στην είσοδο, μέσα στην κατάστασή του νόμιζε αρχικά πως ήταν νάνοι. Το επεισόδιο αυτό δείχνει όχι μόνο τη σύγχυση της στιγμής αλλά και τη σχεδόν κινηματογραφική διάσταση που είχε όλη η υπόθεση ήδη από τα πρώτα λεπτά.
Οι αστυνομικοί βρήκαν υπολείμματα κάνναβης στα τασάκια, αμφεταμίνες στο μπουφάν του Mick Jagger και μικρή ποσότητα ηρωίνης στη βαλίτσα του Robert Fraser. Από εκεί και πέρα, το κράτος και τα μέσα ενημέρωσης άρχισαν να χτίζουν ένα αφήγημα παρακμής και ηθικής κατάρρευσης γύρω από τους Rolling Stones και ό,τι εκπροσωπούσαν.
Διαβάστε Επίσης: Mick Jagger: Οι ήσυχες διακοπές του ροκ σταρ στα Χανιά
Όταν ο Mick Jagger και ο Keith Richards εμφανίστηκαν στο δικαστήριο στο Chichester στις 29 Ιουνίου, το κλίμα ήταν ήδη φορτισμένο. Έξω από το κτήριο επικρατούσε αναστάτωση και μέσα στην αίθουσα η αίσθηση ήταν πως δεν κρινόταν μόνο μια υπόθεση ναρκωτικών αλλά ολόκληρη η σχέση της παλιάς Βρετανίας με τη νέα νεανική κουλτούρα. Ο Keith Richards, με μία μόνο ατάκα του, έκανε την απόσταση αυτή ακόμη πιο ορατή. Όταν του τέθηκε ζήτημα ηθικής για το γεγονός ότι μια γυναίκα εμφανίστηκε τυλιγμένη μόνο με γούνινο χαλί μπροστά σε άνδρες, απάντησε πως δεν ήταν γέροι και πως δεν τους αφορούσαν οι μικροπρεπείς ηθικές αξίες. Για τον δικαστή εκείνης της εποχής, αυτό δεν ήταν απλώς προκλητικό. Ήταν σχεδόν προσβολή προς ολόκληρο το αξιακό σύστημα που εκπροσωπούσε.
Η ποινή που ακολούθησε ήταν βαριά. Ο Keith Richards καταδικάστηκε σε ένα χρόνο φυλάκιση επειδή είχε επιτρέψει το κάπνισμα κάνναβης στο σπίτι του, ενώ ο Mick Jagger έλαβε ποινή τριών μηνών. Οι αποφάσεις αυτές έδωσαν την εντύπωση ότι το κράτος δεν ήθελε απλώς να τιμωρήσει δύο διάσημους μουσικούς, αλλά να στείλει μήνυμα σε ολόκληρη τη νεότερη γενιά.
Σε εκείνο ακριβώς το σημείο παρενέβη ο Rees-Mogg. Το άρθρο του στην The Times δεν χαρίστηκε στην εποχή ούτε αθώωσε τους Stones. Εκείνο που έκανε ήταν να θέσει με πολύ καθαρό τρόπο το ζήτημα της αναλογικότητας και της ίσης μεταχείρισης. Αν η Βρετανία ήθελε πραγματικά να υπερασπιστεί τις παραδοσιακές της αξίες, έγραφε περίπου το πνεύμα του κειμένου, τότε όφειλε να συμπεριλάβει σε αυτές και την ανεκτικότητα, αλλά και τη δικαιοσύνη χωρίς ταξική ή ηθική εκδίκηση.
Η παρέμβαση αυτή άλλαξε το κλίμα. Το στρατόπεδο των Stones, που μέχρι τότε ένιωθε ότι κυνηγιόταν από έναν αόρατο και πανίσχυρο μηχανισμό, άρχισε να πιστεύει ότι η κοινή γνώμη μπορούσε να γυρίσει. Η Marianne Faithfull είχε παραδεχτεί αργότερα ότι μόνο μετά το άρθρο της The Times άρχισαν να αισθάνονται πραγματική αισιοδοξία για την έκβαση της υπόθεσης.
Το ενδιαφέρον είναι πως ο Mick Jagger δεν ξέχασε ποτέ αυτή τη στήριξη. Πήγε ο ίδιος στο σπίτι του Rees-Mogg για να τον ευχαριστήσει προσωπικά. Η επίσκεψη αυτή έμεινε αξέχαστη στην οικογένεια του δημοσιογράφου, όχι μόνο επειδή ένας από τους μεγαλύτερους rock stars της εποχής βρέθηκε ξαφνικά στο σαλόνι τους, αλλά και επειδή για τα παιδιά του σπιτιού το πιο εντυπωσιακό στοιχείο ήταν πως φορούσε κόκκινες κάλτσες και έβαλε έξι κουταλάκια ζάχαρη στο τσάι του.
Διαβάστε Επίσης: Metallica: Προσθέτουν 16 νέες συναυλίες στο Las Vegas Sphere και ανεβάζουν τη σειρά εμφανίσεων στις 24
Η υπόθεση δεν σταμάτησε εκεί. Ακολούθησαν προσφυγές, δημόσιες τοποθετήσεις και μια ευρύτερη συζήτηση για το αν ο νόμος γύρω από τη μαριχουάνα ήταν άδικος και ανεφάρμοστος. Σε ολοσέλιδη διαφήμιση της The Times, προσωπικότητες από διαφορετικούς χώρους, ανάμεσά τους μέλη των Beatles, ο David Hockney και ο Kenneth Tynan, υποστήριξαν δημόσια ότι η σχετική νομοθεσία ήταν λανθασμένη τόσο στην αρχή της όσο και στην πρακτική της εφαρμογή.
Στις 31 Ιουλίου, το εφετείο επικύρωσε την ενοχή του Mick Jagger, αλλά ακύρωσε ουσιαστικά τη φυλάκισή του, αφήνοντάς τον ελεύθερο με αναστολή. Η καταδίκη του Keith Richards ανατράπηκε εντελώς. Η υπόθεση είχε πάρει πια άλλη τροπή και το κράτος είχε υποχρεωθεί να υποχωρήσει από τη σκληρή γραμμή που είχε επιλέξει αρχικά.
Για τους Rolling Stones, αλλά και ειδικά για τον Mick Jagger, εκείνο το καλοκαίρι του 1967 ήταν κομβικό. Δεν ήταν μόνο μια προσωπική κρίση ή μια δικαστική περιπέτεια. Ήταν το σημείο όπου η εικόνα τους πέρασε οριστικά από το στάδιο της πρόκλησης στο στάδιο του μύθου. Ήταν επίσης μια στιγμή που έδειξε ότι ακόμη και μέσα στο ίδιο το βρετανικό κατεστημένο υπήρχαν ρωγμές και φωνές που δεν αποδέχονταν τυφλά τη λογική της παραδειγματικής τιμωρίας.
Ο Keith Richards αργότερα το έλεγε με τον δικό του τρόπο, σημειώνοντας ότι ο δικαστής τον είχε μετατρέψει σε λαϊκό ήρωα μέσα σε μία νύχτα. Και ίσως αυτό να ήταν τελικά το μεγαλύτερο παράδοξο της υπόθεσης Redlands. Μια προσπάθεια να τιμωρηθεί συμβολικά μια ολόκληρη κουλτούρα, κατέληξε να την ενισχύσει. Ένα άρθρο γραμμένο από την καρδιά της ελίτ έδωσε στους Rolling Stones το ηθικό και δημόσιο έδαφος που χρειάζονταν. Και μια υπόθεση που ξεκίνησε από ένα πάρτι σε μια εξοχική κατοικία κατέληξε να γίνει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά επεισόδια στη σχέση της μουσικής, των media και της βρετανικής δικαιοσύνης.